αἰόλος

αἰόλος, η, ον, (ος, ον Arist.Pr., v. infr.)
A quick-moving, nimble,

πόδας αἰόλος ἵππος Il.19.404

; αἰόλαι εὐλαί wriggling worms, 22.509; σφῆκες μέσον αἰ. 12.167; ὄφις ib.208;

οἶστρος Od.22.300

, cf. Achae.48.
2 as epith. of armour, glittering,

τεύχεα Il.5.295

;

σάκος 7.222

, 16.107;

κνώδων S.Aj.1025

:—generally, changeful of hue, sheeny,

δράκων Id.Tr.11

; αἰόλα νύξ star-spangled night, ib.
94 (lyr.); αἰ. πυρὸς κάσις smoke flushed by fire-light, A.Th.494; κύων αἰ. speckled, Call.Dian.91, etc.; αἰόλα σάρξ discoloured, S.Ph.1157 (lyr.);

ὀφθαλμοί Adam.1.8

, cf. 11.
II metaph.,
1 chequered,

αἰόλ' ἀνθρώπων κακά A.Supp.328

; changeful,

ἰαχή E.Ion 499

(lyr.);

χορεία Ar.Ra.248

(lyr.); νόμος Tclest.2;

αἰόλα φωνέων Theoc.16.44

; αἰόλοι ἡμέραι changeable days, Arist.Pr.941b24.
2 shifty, slippery,

ἔπος Sol.11.7

;

ψεῦδος Pi.N. 8.25

;

κέρδεσσι B.14.57

;

μηχάνημα λυγκὸς αἰολώτερον Trag.Adesp. 349

.—Chiefly poet.
B proparox. [full] Αἴολος, ου, , the lord of the winds, properly the Rapid or the Changeable, Od., etc.
2 name of a kind of σκάρος, Nic. Thyat. ap. Ath.7.320c.
3 Pythag., = 4, or ἐνιαυτός, Theol.Ar.22.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αἰόλος — quick moving masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἴολος — quick moving masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αιόλος — Όνομα μυθολογικών προσώπων. 1. Μυθικός γενάρχης των Αιολιδών και της φυλής των Αιολέων, γιος του Έλληνα και αδελφός του Δώρου και του Ξούθου. 2. Βασιλιάς του μυθικού νησιού Αιολίης, που ο Δίας τον είχε διορίσει κυβερνήτη ή ταμία των ανέμων. Γιος… …   Dictionary of Greek

  • Αίολος — ο όνομα του θεού των ανέμων …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αἰολώτερον — αἰόλος quick moving adverbial comp αἰόλος quick moving masc acc comp sg αἰόλος quick moving neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰόλα — αἰόλος quick moving neut nom/voc/acc pl αἰόλᾱ , αἰόλος quick moving fem nom/voc/acc dual αἰόλᾱ , αἰόλος quick moving fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Эол — (Αΐολος, лат. Aeolus): 1) сын Эллина и нимфы Орсеиды, дядя Девкалиона, брат Дора и Ксута, родоначальник эолийского племени, царствовавший в фессалийской Магнезии; 2) по Гомеровской Одиссее (см.), сын Гиппота, властитель острова Эолии (см.) и… …   Энциклопедический словарь Ф.А. Брокгауза и И.А. Ефрона

  • αἰόλαι — αἰόλος quick moving fem nom/voc pl αἰόλᾱͅ , αἰόλος quick moving fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰόλον — αἰόλος quick moving masc acc sg αἰόλος quick moving neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰόλων — αἰόλος quick moving fem gen pl αἰόλος quick moving masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰόλως — αἰόλος quick moving adverbial αἰόλος quick moving masc acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.